άγος

Όροςμε τον οποίο οι αρχαίοι Έλληνες χαρακτήριζαν το μίασμα, την κατάρα, την οργή θεού που παρακολουθεί τον ένοχο ενός εγκλήματος. Εναγείς μπορούσαν να είναι όχι μόνο άντρες ή γυναίκες, αλλά και ολόκληρες πόλεις και κράτη εξαιτίας του εγκλήματος ενός πολίτη τους. Έπρεπε τότε να γίνει η κάθαρσις, o εξαγνισμός με θυσίες, ιεροτελεστίες, τιμωρία των ενόχων ή και αθώων (εξιλαστήρια θύματα) για να σταματήσει το ά. Παράδειγμα εξιλασμού με θύματα αθώους είναι η περίπτωση του Σπερθία και του Βούλιδα, των δύο Σπαρτιατών που προσφέρθηκαν να παραδοθούν στον βασιλιά της Περσίας Δαρείο για να εξιλεωθεί η Σπάρτη για τον φόνο των Περσών πρέσβεων. Με το όνομα εξάλλου Κυλώνειον ά. είναι γνωστά τα παθήματα των Αθηναίων, έπειτα από την οργή των θεών για τη σφαγή των οπαδών του Κύλωνα. Ο Κύλων εκμεταλλεύτηκε τη δυσαρέσκεια των Αθηναίων για τους νόμους του Δράκοντα, το 612 ή 600 π.Χ., και κατέλαβε την Ακρόπολη, όταν ήταν άρχοντας ο Αλκμεωνίδης Μεγακλής. Γαμπρός του τυράννου των Μεγάρων Θεαγένη, χρησιμοποίησε για το εγχείρημα αυτό μεγαρικό στρατό. Ο Μεγακλής πολιόρκησε την Ακρόπολη και κατόρθωσε να αναγκάσει τον Κύλωνα να φύγει κρυφά, ενώ οι οπαδοί του κατέφυγαν ικέτες στους ναούς, που ήταν, κατά τα έθιμα, απαραβίαστοι. Οι οπαδοί του Μεγακλή, παραβαίνοντας τα έθιμα, τους σκότωσαν μπροστά στο ιερό των Ευμενίδων, ενώ εκείνοι κατέβαιναν από την Ακρόπολη κρατώντας ταινίες, που η άλλη άκρη τους ήταν δεμένη στον βωμό. Τo έγκλημα προκάλεσε κατακραυγή και οι Αλκμεωνίδες θεωρήθηκαν εναγείς. Επακολούθησαν ταραχές, που κράτησαν έως το 597 π.Χ. Με την επέμβαση του Σόλωνα, δικαστήριο δίκασε τους Αλκμεωνίδες και τους καταδίκασε σε εξορία. Αποφασίστηκε μάλιστα να εκταφούν τα κόκαλα όσων είχαν πεθάνει και να ταφούν έξω από την πόλη. Τo ά. όμως εξακολούθησε και ξέσπασε μια φοβερή αρρώστια. Τότε οι Αθηναίοι έστειλαν στην Κρήτη τον Νικία του Νικηράτου, που προσκάλεσε τον σοφό και μάγο Επιμενίδη. Ο Επιμενίδης συγκέντρωσε στον Άρειο Πάγο άσπρα και μαύρα πρόβατα, έπειτα τα άφησε ελεύθερα και είπε να τα παρακολουθήσουν, κι όπου καθίσει καθένα να ιδρυθεί βωμός και να θυσιαστεί το πρόβατο. Έτσι το ά. σταμάτησε και οι Αθηναίοι προσέφεραν πλούσια δώρα στον σωτήρα τους, αλλά αυτός αρκέστηκε σε ένα κλαδί ελιάς.
* * *
(-ους), το (Α ἄγος)
ασεβής πράξη, ανοσιούργημα, μίασμα, κατάρα
αρχ.
1. καταραμένο πρόσωπο ή πράγμα, βδέλυγμα
2. εξαγνισμός, εξιλέωση
3. σέβας, ευλάβεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ., η οποία πιθανώς να συνδέεται με ένα μυκηναϊκό τοπωνύμιο (Chadwick-Baumbach, 167), δεν είναι ομηρική. Απαντά συχνά στους τραγικούς ποιητές και ιστορικούς τού 5ου π.Χ. αιώνα. Το ἄγος ανήκει στην ομάδα τών λέξεων που σχετίζονται με το ἄγιος. Για τα διάφορα σημασιολογικά και ετυμολογικά προβλήματα που γεννά η λέξη βλ. την ετυμολογία τού λήμματος ἅγιος.
ΠΑΡ. ἁγής, ἁγίζω.
ΣΥΝΘ. ἁγήλατος, δυσαγής, ἐναγής, εὐαγής].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἁγός — ἀγός , ἀγός leader masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγός — leader masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγος — any matter of religious awe neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγός — Όροςμε τον οποίο οι αρχαίοι Έλληνες χαρακτήριζαν το μίασμα, την κατάρα, την οργή θεού που παρακολουθεί τον ένοχο ενός εγκλήματος. Εναγείς μπορούσαν να είναι όχι μόνο άντρες ή γυναίκες, αλλά και ολόκληρες πόλεις και κράτη εξαιτίας του εγκλήματος… …   Dictionary of Greek

  • ἄγει — ἄγος any matter of religious awe neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἄγεϊ , ἄγος any matter of religious awe neut dat sg (epic ionic) ἄγος any matter of religious awe neut dat sg ἄγω lead pres ind mp 2nd sg ἄγω lead pres ind act 3rd sg ἄ̱γει ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυπάταξ — άγος, ὁ, ἡ, Α αυτός που αντηχεί από τον θόρυβο, από ποδοκροτήματα χορευτών, από χειροκροτήματα θεατών («πολυπάταγα θυμέλαν», Πρατίν. Λυρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ* + παταξ, αγος (< πάταγος)] …   Dictionary of Greek

  • πυκνορράξ — ᾱγος, και πυκνόρραξ, αγος, και πυκνορρώξ, ῶγος, ὁ, Α αυτός που έχει πυκνές ρώγες. [ΕΤΥΜΟΛ. < πυκνός + ῥάξ / ῥώξ «ρώγα»] …   Dictionary of Greek

  • τεκνάρπα — αγος, ὁ, Μ αυτός που αρπάζει παιδιά, απαγωγέας παιδιών. [ΕΤΥΜΟΛ. < τέκνον + ἅρπαξ, αγος] …   Dictionary of Greek

  • υδράρπαξ — άγος, ὁ, Α είδος χρονομέτρου με νερό. [ΕΤΥΜΟΛ. < υδρ(ο) * + ἅρπαξ, αγος] …   Dictionary of Greek

  • ψιχάρπαξ — αγος, ὁ, Α (ως ονομασία ενός ποντικού στην Βατραχομυομαχία) αυτός που αρπάζει τα ψίχουλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψίξ*, ψιχός «ψίχα» + ἅρπαξ, αγος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.